Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Εκκλησιαστική μουσική


του κ. Γιώργου Γαστεράτου, Φιλόλογου - Ιστορικού


Πράγματι, νομίζω ότι στο Βυζάντιο υπήρχε η πολυφωνική μουσική, όπως υποστηρίζει ο Συμεών Θεσσαλονίκης (Κατά αιρέσεων), ο οποίος προσθέτει ότι το παλιό σύστημα της πολυφωνίας στο Βυζάντιο παρέλυσε από την εισβολή, το 1204, των προσηλωμένων σε ψαλμωδίες μονοφωνικού μέλους σταυροφόρων. Μάλιστα, επί Παλαιολόγων, δύο μονάχα ναοί, η Αγία Σοφία Κωνσταντινουπόλεως και ο Άγιος Δημήτριος Θεσσαλονίκης, κατόρθωσαν να διατηρήσουν το παλαιό σύστημα της πολυφωνίας.
Την ίδια γνώμη έχει και ο γνωστός μεσαιωνοδίφης Κωνσταντίνος Σάθας στο «Ιστορικόν Δοκίμιον περί του θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών», όπου παραθέτει την πληροφορία (σελ. σνη΄) ότι «…εν έτει 614 ο Ηράκλειος θέλων να περιορίσει τον υπερπλεονάσαντα αριθμόν των εμμίσθων υπηρετών (οφφικιαλίων) του ναού της αγίας Σοφίας ώρισε, κατά την του Ιουστινιανού Νεαράν, τους μεν αναγνώστας εις 160, τους δε ψάλτας εις 25ּ γινώσκοντες δε ότι οι τότε αναγνώσται συνέψαλλον μετά των υποδεεστέρων το αξίωμα ψαλτών, ευκόλως εννοούμεν ότι 185 ψάλται ήτο αδύνατον να εκβάλλωσιν ένα και τον αυτόν τόνον».
Επίσης, νομίζω ότι, αν τα επτάνησα βρίσκονταν "υπό αλλόδοξη επιρροή", η θέση τους ήταν πολύ καλύτερη από άλλα μέρη που βρίσκονταν υπό αλλόθρηκη επιρροή! Αυτό είναι εύκολο να το διαπιστώσει κανείς αν αναλογιστεί πόσοι "ελλαδίτες" κατεύφευγαν διωγμένοι στα Επτάνησα. Ακόμη και αυτό το σεπτό λείψανο του Αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος δεν θα ερχόταν στην Κέρκυρα αν δεν πίστευε ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης ότι φέρνοντάς το εδώ δεν το εξασφάλιζε. Με άλλα λόγια δεν θα υπερβάλλαμε αν υποστηρίζαμε ότι τα Επτάνησα εκείνα τα δύσκολα χρόνια της δουλείας είχαν καταστεί λίκνο του χειμαζομένου γένους!
Αναφορικά με το "επάρατο' για πολλούς "Όργανο", αυτό ήταν εφεύρεση το 246 πΧ του Κτησιβίου, ενός κουρέα ελληνικής καταγωγής από την Αλεξάνδρεια. Η Ύδραυλις ή Ύδραυλος, που ήχησε εκείνη τη χρονιά στο εργαστήριο του Κτησιβίου, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα μουσικό όργανο με σειρές ηχητικών σωλήνων, τους αυλούς.
Αργότερα στη Ρώμη και το Βυζάντιο έγινε αρκετά δημοφιλές, καθώς ηχούσε στους αρχαίους ελληνικούς μουσικούς τρόπους (λύδιος, φρύγιος κλπ). Όμως, επειδή και στη «Θάλεια» (άσματα αρειανών) επιβίωναν παλαιότερα αρχαιοελληνικά πολυτονικά μουσικά στοιχεία, θεωρείται πολύ πιθανό να συνόδευε κατ’ αρχάς την «Θάλεια» και αργότερα και την «Αντιθάλεια» (άσματα ορθοδόξων). Το γεγονός αυτό ενισχύει η ύπαρξη οργάνων στους ναούς της Αγίας Σοφίας, των Αγίων Αποστόλων και ίσως στο ναό των Βλαχερνών, εκτός από εκείνα που υπήρχαν στο Ιερό Παλάτιο και τον Ιππόδρομο. Ο ρόλος τους ήταν να συμμετέχουν σε επίσημες τελετές, όπως δοξολογίες, στις οποίες συμμετείχε ο αυτοκράτορας, παίζοντας όχι μελωδία αλλά ηχήματα συνοδεύοντας την ανθρώπινη φωνή.
Επίσης, το όργανον το συναντάμε και σε μία πράξη διπλωματίας: Το 757 μΧ ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ ο Κοπρώνυμος θέλησε να στείλει μία διπλωματική αποστολή στο βασιλιά των Φράγκων Πιπίνο τον Βραχύ, με στόχο να τον πάρει με το μέρος του στον εικονοκλαστικό του αγώνα. Η πρεσβεία, ανάμεσα στα άλλα, έφερε ως δώρο ένα όργανο, το οποίο ο Πιπίνος, θέλοντας να το αξιοποιήσει κατά τα ήδη υπάρχοντα δεδομένα, το τοποθέτησε στο ναό του Αγίου Κορνηλίου της Κομπιένης. Παρ’ όλα αυτά το όργανο (orgue) πολεμήθηκε ιδιαίτερα από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που επέμεινε προσηλωμένη σε ψαλμωδίες μονοφωνικού μέλους (γρηγοριανό, αμβροσιανό κ.α.). Μόλις το 1100 μ Χ περίπου οριστικοποιήθηκε στη λειτουργία της η παρουσία του οργάνου, το οποίο, συν τω χρόνω, έγινε απαραίτητο και αναπόσπαστο συμπλήρωμα σε κάθε πλέον τελετουργία.
Τέλος, με την παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εγκαταλείφθηκε, αφού η χρήση του ήταν στενά συνδεδεμένη με ένα λαμπρό τελετουργικό που είχε πια χαθεί. Εντούτοις, υπάρχει μία πληροφορία για την ύπαρξή του, που μας την διασώζει ο Γεώργιος Φραντζής στο «Βραχύ Χρονικόν» (κεφ. ΧΧΧ), αναφερόμενος σε μία βυζαντινή πρεσβεία του έτους 1449 στην Ιβηρία (Γεωργία): «Τη γαρ ιδ του οκτωβρίου μηνός του αυτού έτους εστάλην εγώ εις τε τον της Ιβηρίας μέπε, ήγουν βασιλέα, κυρ Γεώργιον και τον βασιλέα Τραπεζούντος κυρ Ιωάννην τον Κομνηνόν μετά χαρίτων αξιολόγων και παρασκευής πολλής και καλής, μετά αρχοντοπούλων και στρατιωτών και ιερομονάχων και ψαλτών και ιατρών και τεχνητών κροτούντων και όργανον, οι και ήκουον όνομα μεν αυτό, τι δε εστίν ουκ είδονּ και επιθυμούσαν ειδείν και ακούσαι οι Ίβηρες, και διά τούτο συνέτρεχον εκ των περάτων αυτής δη της Ιβηρίας, ίνα ακούσουσιν αυτού».
Όλα αυτά σχετικά με το όργανο στο Βυζάντιο τα γνώριζε ο μέγας ιεράρχης και Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας. Γνώριζε ότι Έλληνας ήταν ο πρώτος κατασκευαστής του, ότι ο ναός της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως είχε όργανο και πολυμελή πολυφωνική χορωδία, όπως είδαμε, και ότι «Από εμάς λοιπόν πήρε το Αρμόνιο η Ρωμαϊκή Εκκλησία και όχι εμείς από αυτούς», όπως έλεγε. Έτσι, κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του στην Κέρκυρα, «επανέφερε» τη χρήση του οργάνου στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος και έτσι «η Κέρκυρα είχε κάθε λόγο να καμαρώνει γιατί ύστερα από την Αγία Σοφία έχει από το έτος 1926 το μοναδικό προνόμιο να δοξάζη το Θεό «εν χορδαίς και οργάνοις» σύμφωνα με τις επιταγές του εστεμμένου Προφήτη του Ισραήλ» («Απολύτρωσις», τεύχος 72-76, 1973).


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου