Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Δέκα χρόνια από την ενθρόνιση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ



      Σήμερα συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την ημέρα της ενθρονίσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Νεκταρίου. 
   Ο Σεβασμιώτατος, από την πρώτη στιγμή που ήρθε στο νησί μας, αγκάλιασε τις παραδόσεις μας φροντίζοντας, όλα αυτά τα χρόνια, για τη διατήρηση και ανάδειξή τους.     
     Ιδιαιτέρως  δε, αγαπά και εκτιμά την Κερκυραϊκή μας ψαλτική. Όπου και αν βρεθεί χοροστατών, εντός αλλά -και πολλές φορές- εκτός Κερκύρας, φροντίζει να ακούγονται δείγματα αυτού του εκκλησιαστικού μας θησαυρού. 
  Έμπρακτη απόδειξη  όλων των ανωτέρω είναι το γεγονός  πως και στην εκδήλωση που θα γίνει την προσεχή Δευτέρα 26-11-12 και ώρα 18:00 στο αμφιθέατρο του ιδρύματος "Η Πλατυτέρα", με την ευκαιρία της συμπλήρωσης δέκα ετών Θεοφιλούς ποιμαντορίας Του, θα έχουμε τη χαρά να ακούσουμε, για άλλη μια φορά, χαρακτηριστικά δείγματα κερκυραϊκής ψαλτικής από το Χορό Κερκυραίων ψαλτών υπό τον κ. Γιώργο Μπογδάνο.
       Εμείς από την πλευρά μας θέλουμε να ευχηθούμε στον Σεβασμιώτατο ποιμενάρχη μας ο Κύριός μας να του χαρίζει πλούσια την υγεία ώστε να ποιμαίνει τον ευσεβή λαό του νησιού μας για πολλές ακόμα δεκαετίες.

ΕΙΣ ΠΟΛΛΑ ΕΤΗ ΔΕΣΠΟΤΑ !!



Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Τα παραδοσιακά πολυσπόρια στους Κυνοπιάστες


     Με τον παραδοσιακό κερκυραϊκό τρόπο θα εορταστούν φέτος τα Εισόδια της Θεοτόκου στους Κυνοπιάστες.
     Έτσι την Τρίτη 20 Νοεμβρίου, παραμονή της εορτής, στις 6:00 το απόγευμα θα τελεστεί  ο Εσπερινός στον Ι. Ν. Υ. Θ. Ελεούσης και στη συνέχεια στις 7:00 θα μοιραστούν τα πατροπαράδοτα πολυσπόρια στον προαύλιο χώρο του Ιερού Ναού.
     Παρακάτω δείτε τη σχετική ανακοίνωση της οργανωτικής επιτροπής.
     
                             
                                            Και του χρόνου με υγεία !!

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Ένα "άγνωστο", σε πολλούς, θαύμα του Αγίου μας

       
     Το θαύμα του Αγίου μας, που θα αποτολμήσουμε να παρουσιάσουμε, έγινε τα ξημερώματα της 12ης Νοεμβρίου του 1718. Σε πολλούς ίσως να είναι άγνωστο, όμως είναι ένα από τα σπουδαιότερα θαύματα, ανάλογο ίσως αυτού της Α' Οικουμενικής Συνόδου όπου ο Ιερός Σπυρίδων κατατρόπωσε τον αιρεσιάρχη Άρειο με το γνωστό θαύμα της κεραμίδας. 
      Είναι ένα θαύμα που αποδεικνύει περίτρανα, για άλλη μια φορά, το ορθόδοξον της Πίστεώς μας και εορτάζεται κάθε χρόνο στο Ναό του Αγίου μας, με ειδική ασματική Ακολουθία, την 12η Νοεμβρίου.
     Παρακάτω  παραθέτουμε  την εξιστόρηση του θαύματος όπως αυτό παρουσιάζεται στο βιβλίο: "Ο Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός και η Τριανδρία", του πατρός Αντωνίου Πακαλίδη, ιερατικού προϊστάμενου του Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης.

"... Κατά το έτος 1718, ο Γενικός Καπετάνος Ανδρέας Πιζάνης, παρακινούμενος από τον θεολόγο Λατίνο Επίσκοπον Φραγγιπάνη, θέλησε να κτίσει ειδικό θυσιαστήριο (αλτάριον) μέσα εις τον Ναό, προκειμένου να τελείται κάθε μέρα και λατινική λειτουργία. Ο επίσκοπος ήθελε μ' αυτόν τον τρόπο, δια του Α. Πιζάνη, να αποδώσει ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες προς τον Άγιο, για τη σωτηρία της πόλεως το 1716 από τους Αγαρηνούς. Η απόφαση αυτή λύπησε τους Ορθοδόξους, οι οποίοι παρακαλούσαν τον Πιζάνη να ανακαλέσει την απόφασή του. Αυτός όμως, με τις συνεχείς πιέσεις που δέχονταν από τον Παπικό Επίσκοπο, δεν άλλαξε γνώμη. Τότε φανερώθηκε στον ύπνο του ο Άγιος, μάλιστα επί δύο συνεχείς φορές, και τον συμβούλευσε να ματαιώση τα σχέδιά του. Ο Πιζάνης αφηγήθηκε τα συμβάντα στον Επίσκοπο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εντολή του Αγίου, να μην κτίσει αλτάριο μέσα στον Ιερό Ναό. Ο Επίσκοπος όμως του απάντησε ότι τα όνειρά του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια σατανική παρέμβαση που αποσκοπούσε στην παρεμπόδιση της ολοκλήρωσης ενός θεάρεστου έργου. Ο Πιζάνης πείσθηκε από τα επιχειρήματα του θεολόγου και προετοίμασε τα απαραίτητα υλικά προκειμένου να κτίσει το αλτάριο. Οι ιερείς του Ναού και οι προύχοντες της πόλεως, όταν είδαν να συσσωρεύονται τα υλικά έξω από το Ναό, έκαναν ύστατη έκληση εις τον Πιζάνη όπως ανακαλέσει την απόφασή του. Εκείνος τους απάντησε ότι, ως Διοικητής της νήσου, έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ο ίδιος και ακολούθως να εκτελεί την απόφασή του και, επί του θέματος αυτού, η απόφασή του ήταν αμετάκλητη. Τότε οι Ορθόδοξοι κάτοικοι του νησιού, αδυνατούντες να πράξουν κάτι άλλο, παρακάλεσαν θερμά τον Άγιο να σταματήσει το επικείμενο ανοσιούργημα. Πράγματι, τη νύχτα της ημέρας εκείνης, μετά από θερμή προσευχή, παρουσιάστηκε πάλι ο Άγιος, σαν καλόγηρος, στον Πιζάνη και "εν ονείρω" τον επετίμησε, με αυστηρό ύφος, για τις αποφάσεις του και τον προειδοποίησε : "Αν τολμήσης να προχωρήσης εις το έργον σου θα μετανοιώσης πικρώς". Την πρωΐαν, ο ίδιος επισκέφθηκε τον Επίσκοπο και του αποκάλυψε ότι στο όνειρό του ο Άγιος τον προειδοποίησε με σαφήνεια ότι οποιαδήποτε πρόοδος εις το έργο θα σήμαινε καταστροφή. Ο Επίσκοπος όμως, αντί να προβληματιστεί από τις συνεχείς επισημάνσεις του ιερού Σπυρίδωνος και να αλλάξει γνώμη, επέπληξε τον Πιζάνη, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα άτολμον και ολιγόπιστον. Τότε ο Διοικητής πήρε το θάρρος και διέταξε τους τεχνικούς και εργάτες να κτίσουν το Αλτάριο μέσα εις το Ναό. Το γεγονός αυτό προκάλεσε χαρά εις τους παπικούς και ανυπολόγιστη λύπη εις τους Ορθοδόξους, οι οποίοι δεν έπαυαν να παρακαλούν τον Άγιο να κάνει το θαύμα του, σαν απάντηση στην παπική πρόκληση. Τελικά ο Άγιος εισάκουσε τις δεήσεις των Κερκυραίων Ορθοδόξων, πραγματοποιώντας μια κεραυνοβόλο επέμβαση. Πράγματι, τα μεσάνυκτα της 11ης Νοεμβρίου 1718, μετά από ολοήμερη προσευχή των κατοίκων, ξέσπασε φοβερή θύελλα με αστραπές και βροντές. Η καταιγίδα και οι κεραυνοί έπληξαν κυρίως το Καστέλι, τη διοικητική έδρα του Πιζάνη. Εις το φρούριο υπήρχαν και πολλές πυριτιδαποθήκες, οι οποίες έγιναν παρανάλωμα πυρός. Από την έκρηξη βρήκαν τραγικό θάνατο 900 στρατιώτες και πολίτες, όλοι παπικοί, αφού εις το κάστρο έμεναν ή υπηρετούσαν μόνο Λατίνοι. Ο Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με σφηνωμένο τον τράχηλο μεταξύ δύο δοκών. Το σώμα του παπικού Επισκόπου εκτινάχθηκε σε μεγάλη απόσταση έξω από το φρούριο. Και εκτός απ' αυτά τα δραματικά γεγονότα, συνέβησαν άλλα δύο. Εις τον Ναό του Αγίου κρεμόταν, και παραμένει κρεμασμένη μέχρι σήμερα, μεγάλη κανδήλα την οποία είχε αφιερώσει, κατά το έτος 1717, ο ηγεμόνας (Πιζάνης) μαζί με τους Βενετούς. Η κανδήλα έπεσε και παραμορφώθηκε εις την βάση της κατά τη στιγμή της εκρήξεως, ενώ καμιά άλλη κανδήλα δεν έπαθε κάτι. Το δεύτερο και καταπληκτικότερο γεγονός είναι ότι, την ίδια νύχτα, άλλος κεραυνός έπεσε εις την Βενετία, εις την πολυτελή έπαυλη του Πιζάνη και κατέστρεψε το ζωγραφικό πίνακα με την προσωπογραφία του, χωρίς να βλάψει άλλο αντικείμενο. Ο φρουρός της πυριτιδαποθήκης εις την Κέρκυρα, πριν ενσκύψει η καταιγίδα, είδε ένα γέροντα μοναχό να τον πλησιάζει με αναμμένη δάδα. Τον ρώτησε με επιμονή ποιός είναι και πήρε την απάντηση ότι : "εγώ είμαι ο Άγιος Σπυρίδων". Τον οδήγησε εκτός φρουρίου και ευθύς αμέσως εξερράγει η πυριτιδαποθήκη. Το θαύμα αυτό συνέβη την 12ην Νοεμβρίου 1718 ! ..."

Και μια παρατήρηση.
Το παραπάνω εξιστορούμενο θαύμα  φανερώνει και αποδεικνύει πως όταν υπάρχει κίνδυνος αλλοίωσης του Δόγματος της Ορθοδόξου Πίστεώς μας, ο Θεός επεμβαίνει θαυματουργικά δια των Αγίων Του, εν προκειμένω δια του Αγίου και Θαυματουργού Σπυρίδωνος, και αποκαθιστά την Ορθή τάξη και Πίστη. Αυτό σαν απάντηση σε όσους εσφαλμένα υποστηρίζουν πως η κερκυραϊκή μας ψαλτική είναι "Δυτικής" προελεύσεως. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τόσους αιώνες που υμνούμε το Θεό και τον Άγιό μας κορφιάτικα μέσα στο Ναό του, θα μας είχε κατακαύσει τη γλώσσα, όπως έκανε και με τον Πιζάνη...

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Η Κοίμηση και ο ενταφιασμός του Αγίου Νεκταρίου




(Από το βιβλίο του Σώτου Χονδρόπουλου) 
    Στο απόμακρο για κείνο τον καιρό νοσοκομείο της Αθήνας, το Αρεταίειο, η γραμματεία έπαιρνε απ' έξω εντολή και έδινε μέσα εντολή να κρατήσουν κάποιο κρεββάτι στον μικρό παθολογικό θάλαμο για έναν γέροντα καλόγερο, από την Αίγινα.
     Τον έφεραν κάποιο μεσημέρι δυο καλόγρηες κι ένας μέτριος στο ανάστημα σαραντάρης που από την πρώτη στιγμή που μπήκαν ανησυχούσε και κρυφόκλαιγε. Έκαναν τις διατυπώσεις της εισόδου και παραμονής του στο θεραπευτήριο και η μια από τις δυο καλόγρηες, έφυγε.
     Στον θάλαμο που τον τοποθέτησαν ήταν άλλα τέσσερα κρεββάτια ωστόσο μόνο τα δύο ήταν πιασμένα. Στο διπλανό του γέροντα της Αίγινας αναπαυόταν ένας άντρας περίπου σαραντάρης που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων. Ήταν επαρχιώτης οικογενειάρχης, είχε πέσει σ' ένα γκρεμό από το ζώο του, χτύπησε κι από τότε τον έσερναν με τα φορεία. Στο παρακάτω, έμενε κάποιος γέροντας συνταξιούχος δάσκαλος, με ουρολογική κι αυτός πάθηση.
   "Τι νομίζεις γερόντισσα Ευφημία, έκανε κάπου στον προθάλαμο σιγανασαίνοντας και σκουπίζοντας τα δάκρυά του ο άντρας, θα κάνει την εγχείρηση, θ' αντέξει στο μαχαίρι;"
     Εκείνη απόμεινε συλλογισμένη.
   "Τι θ' απογίνουμε δίχως την ευλογημένη του καθοδήγηση, πώς θα ζήσουμε χωρίς την προσευχή του;" συνέχισε ο άντρας.
    "Ελπίζω, κύριε Σακκόπουλε, αποκρίθηκε τέλος η καλόγρηα, μισοταραγμένη. Ο καλός θεός θα λυπηθεί την αδελφότητα, δεν θα επιτρέψει ν' απομείνουμε είκοσι οκτώ ψυχές ορφανές."
    "Ω αδελφή Ευφημία, σ' αυτόν οφείλω τα πάντα. Και κυρίως τον θησαυρό της ψυχής μου. Αυτός με εισήγαγε εις το εύρος, το ύψος και το κάλλος που έχει ο Κύριος. Από νωρίς έχασα την μητέρα μου και το ξεπέρασα, πρόπερσι αναπαύθηκε κι ο πατέρας μου, άνθρωπος όλο αυταπάρνηση κι ευγένεια και το κατάπια. Αν μας εγκαταλείψει κι ο άγιος γέροντας, ο πνευματικός πατέρας και οδηγός και μεσίτης εις τον Θεόν, θα καταντήσω δυστυχής, θα παραμείνω δεντρί στην έρημο..."
     Η καλόγρηα τον ανακύτταξε με κάποια στοργή και κούνησε το κεφάλι.
     Πέρασε ο πρώτος μήνας, πέρασε κι ο δεύτερος.
     Δεν πρόλαβε να κάνει εγχείρηση, δεν πρόλαβε να περάσει από μαχαίρι.
    Η Αθήνα συγκλονιζόταν από ιαχές και αλλαλαγμούς για την εκλογική ήττα του Βενιζέλου, για τις αλλαγές στην Κυβέρνηση, για την επαναφορά του εξόριστου Βασιληά Κωνσταντίνου, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι συζητούσαν, σχολίαζαν την έκπτωση του Μελετίου και την επανανθρόνιση του Θεοκλήτου, όταν ο χλωμός ασκητικός εκείνος γέροντας, ο καλόγερος της Αίγινας, έβλεπε ξαφνικά καταμπροστά του ανοιγμένους τους ουρανούς και τους αγγέλους κατά χιλιάδες να τον υποδέχονται.
    Στάθηκε λίγο προτού ξεψυχίσει κι αφουγκράστηκε. Από ψηλά κάποια γνώριμη φωνή, κάποια ολόγλυκια φωνή σε ξένη χώρα, τον καλούσε.
     "Είσελθε τέκνον, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Σε αναμένει ο της δικαιοσύνης στέφανος."
     "Εις εμέ,  εις εμέ το λέγεις Κύριε;" πρόλαβαν να ψιθυρίσουν για στερνή φορά τα χείλη του.
    Κι ανοίγοντας το στόμα να πάρει ανασεμιά, είδε πως μεταφέρεται. Παρέδωσε την άγια του υπομονετική ψυχή στον αγαπημένο του Αφέντη. Στον Αφέντη των ουρανίων, των επιγείων και καταχθονίων.
     Η γερόντισσα Ευφημία αναστατώθηκε.
  "Σεβασμιώτατε, σεβασμιώτατε,  ανάκραξε με λυγμούς. Κύριε Σακκόπουλε, που είναι ο κύριος Σακκόπουλος;... Το τηλέφωνο παρακαλώ, το τηλέφωνο...
    Ήρθε μια σαβανώτρα από το προσωπικό του νοσοκομείου να βοηθήσει τη γερόντισσα. Το νεκρό σώμα, μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε ! ... Κάτι πήγε να πει η γερόντισσα δεν το μπόρεσε. Για μια στιγμή έβγαλαν τη μάλλινη φανέλλα και την πέταξαν πρόχειρα στο διπλανό κρεββάτι. Κι ώσπου να προχωρήσουν να τελειώσουν με τα σάβανα, ο διπλανός άρρωστος, ο άνθρωπος που έπασχε από παράλυση των κάτω άκρων κινήθηκε, ξεπετάχθηκε όρθιος, αμφιταλαντεύθηκε, στάθηκε στα πόδια του κι έκανε το σταυρό του.
     "Σηκώθηκα, περπατάω! ανάκραξε δυνατά, Θεέ μου, έγινα καλά! Τι έχει αυτή η φανέλλα;"
     Για δες, ήταν στ' αλήθεια όρθιος, περπατούσε !
    Δεν  καλοκατάλαβαν,  απόμειναν  να χάσκουν.   Το  νεκρό  σώμα μοσκομύριζε... Η γερόντισσα πήρε τη φανέλλα την έβαλε ένα κουβάρι στο ράσο της. Τα χέρια της έτρεμαν.
     Απόρησαν oι γιατροί, απόρησε και το προσωπικό του νοσοκομείου όταν έμαθαν πως ο φτωχός ρασοφόρος από την Aίγινα, ήταν άλλοτε γενικός διευθυντής στη Ριζάρειο και ήταν λέει... δεσπότης!
     Μια νύχτα θρήνου πέρασε η γερόντισσα Ευφημία.
   Αργά το πρωί έφθασε ένας φίλος Αρχιμανδρίτης, ιεροκήρυκας, ο Παντελεήμων Φωστίνης και λίγο πιο έπειτα ο πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Νησιώτης, διαλεκτός μαθητής του στη Ριζάρειο και δημιουργός αργότερα κατηχητικών σχολείιων. Έφθασε σωστό ανθρώπινο ράκος κι ο Κωστής Σακκόπουλος. Παράγγειλαν το φέρετρο παράγγειλαν τη νεκροφόρα και λίγo αργότερα ξεκίνησαν για τον Πειραιά.
     Το  βαποράκι της γραμμής η "Πτερωτή", θα σήκωνε άγκυρα για την Αίγινα ακριβώς στις δυο το μεσημέρι. Η νεκροφόρα με λογίς - λογίς διατυπώσεις που έπρεπε να γίνουν, έφθασε εμπρός στον καθεδρικό ναό της Αγίας Τριάδος στον Πειραιά, λίγo μετά τις δώδεκα. Ο ναός βρέθηκε κλειστός, όλοι oι αρμόδιοι κι ο νεωκόρος, έλειπαν για μεσημεριάτικη διακοπή.
    Αυθόρμητα μαζεύτηκε ολόγυρα στο πεζοδρόμι κόσμος. Από λαλιά σε λαλιά, ακούστηκε, μαθεύτηκε στην εργατική πόλη, η κοίμηση του γέροντα της Ριζαρείου. Κι ένας λαός περικύκλωσε το φέρετρο.
Καθώς το έφεραν σιμά στα σκαλοπάτια του ναού για να πάρουν τουλάχιστον μια φωτογραφία στην πόλη και στο χώρο που τόσο είχε κηρύξει κι αγαπήσει κι άνοιξαν το καπάκι, μούδιασαν, τάχασαν... Παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο, το καταπληκτικό. Από την ήρεμη και γαλήνια μορφή έσταζε κάτι σαν ιδρώτας που μοσκομύριζε... Θεέ και Κύριε !
   Ο Κώστας ο Σακκόπουλος σαστισμένος έτρεξε κι αγόρασε από το περίπτερο ένα πακέτο μπαμπάκι και σκούπισε σιγά - σιγά και απαλά από το πρόσωπο τον μοσκομύριστο ιδρώτα. Μερικοί τότε έπεσαν επάνω του, του άρπαξαν τις τούφφες το μπαμπάκι, τόφερναν ευλαβικά στο μέτωπό τους, άλλοι τόκρυβαν στις τσέπες τους, άλλοι το παράχωναν στο στήθος.
    "Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναξαν και oι άνδρες που σήκωναν το φέρετρο, έτοιμοι να το ξαναφέρουν στη νεκροφόρα.
    Το  βαποράκι της γραμμής η  "Πτερωτή" έφθασε στις τέσσερις παρά κάτι, απόγευμα στην Αίγινα με τη σημαία "μετζάστρα" στο πλωριό κατάρτι.
     Προτού αράξει στο μώλο, ο καπετάνιος σφύριξε τρεις φορές πένθιμα και συνθηματικά.
    Στα γαλανά νερά του Σαρωνικού ταξίδευε το ιερό λείψανο ενός ανθρώπου του Θεού. Ενός κληρικού που δεν καυχήθηκε ποτέ για κάτι δικό του. Ενός ιερομόναχου που ευαρέστησε τον άγιο Θρόνο με την υπακοή, το ταπεινό φρόνημα, την υπομονή, την πίστη, την αγάπη.
   Αμέτρητος λαός πλημμύρισε κάτω την παραλία. Όλος σχεδόν ο κλήρος, όλοι oι ιερομόναχοι, όλες oι καλόγρηες από τα ντόπια μοναστήρια.
    Οι γυναίκες έκλαιγαν σιωπηλά, μερικές στέναζαν, μερικές μοιρολογούσαν.
   "Παππούλη μας, προστάτη της φτωχολογιάς, τι θ' απογίνουμε τώρα που μας άφισες ορφανές και μόνες;"
   Διακόσιοι τόσοι άντρες τσακώθηκαν ποιος θα σηκώσει το φέρετρο. Ήταν oι φίλοι του, oι ψαράδες του γυαλού, οι σφουγγαράδες που ταξίδευαν και βουτούσαν πέρα στην Τζιμπεράλτα και στο Τούνεζι κι έφερναν σφουγγάρια της ευλογίας με χαραγμένο στη μέση τον τίμιο σταυρό, εργάτες που δούλεψαν στη μονή κι έφαγαν ψωμί από τα χέρια του, oικοδόμοι, αγρότες αμπελουργοί, επαγγελματίες και πλανόδιοι.
    Ο δήμαρχος με τον αστυνόμο για να τους φέρουν σε λογαριασμό, τους χώρισαν σε τετράδες και υπολόγισαν το δρόμο κάπου δυο ώρες και κάτι, ώσαμε το μοναστήρι.
    Σε λίγο τα πάντα τακτοποιήθηκαν και η πομπή ξεκίνησε.
    Ήταν κάτι το ριγηλό και συγκινητικό. Ποτέ η Αίγινα δε θυμόταν ένα τέτοιο ξόδι.
    Αυθόρμητα η λαϊκή ψυχή αγκάλιασε το λείψανο - θησαυρό του διαλεκτού παιδιού της και τόφερνε με σφιχτή ανασεμιά στη θέση Ξάντος.
    Πένθιμη διακόσμηση γυρόφερνε την πόλη και την παραλία. Οι καμπάνες στους ναούς σιγοχτυπούσαν όπως τη μεγάλη Παρασκευή. Θυμίαμα καιγόταν σ' όλες τις πόρτες και δροσερά λουλούδια έπεφταν από γρηές και νιες και δροσερές παρθένες. Ένα πλήθος νέοι ρασοφόροι Ριζαρείτες ακολουθούσαν σιωπηλοί.
    "Δεν έχει βάρος, δεν έχει βάρος, είναι λαφρύς σαν πούπουλο", φώναζαν κατάπληκτοι κάθε τόσο οι άνδρες από τα σταυροδρόμια και τις λαγκαδιές, καθώς σήκωναν το φέρετρο κι ετοιμάζονταν ν' αλλάξουν βάρδια.
  Το  μοναστήρι γέμισε κόσμο. Ατελείωτη μυρμηγκιά, κάθε λογίς άνθρωποι, γνωστοί, άγνωστοι, καταλαχάρηδες του βουνού, του λόγγου, της ακρογυαλιάς. Όλοι τους είχαν διάθεση να παρασταθούν, να προσευχηθούν, να ξενυκτίσουν, να κλάψουν.
    Σ' όλο τούτο το πλήθος και στις καλόγρηες της αδελφότητας που έκλαιγαν σαν μικρές νεαρές κοπέλλες, ξεχώριζε η φυσιογνωμία της ηγουμένης, της οσίας Ξένης, της τυφλής.
Στάθηκε κάποια στιγμή καταμπροστά στο φέρετρο, πάνω στη γαλήνια κι ευγενική μορφή, που θαρρούσες ότι λαφροκοιμόταν, τη μορφή του πνευματικού πατέρα και οδηγού, του ευεργέτη και προστάτη της και μη μπορώντας με τα τυφλά μάτια να δει, να προσέξει τον ιδρώτα - μύρο που κυλούσε από το μέτωπο, τόνοιωσε σαν όσφρηση, σαν ευωδιά και μένοντας ακίνητη και κάνοντας τρεις φορές το σημείο του σταυρού, είπε:
    "Ο πατέρας μας δεν πέθανε. Ζει, μας βλέπει και προσεύχεται απόψε για μας. Το μοναστήρι μας θα προκόψει δεν θα το αφίσει ο Κύριος. Όταν ζούσε και τον απολαμβάναμε δίπλα μας, κοντά μας, φάρο και οδηγό, αυτό πάντα μας έλεγε. Αυτή την προφητεία: Από δω, μας έλεγε, κόρες μου, απ' αυτές τις ερημιές, σε μερικά χρόνια θα διαβαίνουν άμαξες, θα περνά πλήθος ο κόσμος με αφιερώματα, χρυσάφια και λαμπάδες. Kαι μεις οι άπραγες στεκόμασταν δίβουλες, ξαφνιασμένες. Μήπως τάχα παραλογίζεται ο σεβασμιώτατος, αναρωτιόμασταν με ανησυχία. Αδελφές μου, μη κλαίτε, αδέλφια μου μη θρηνείτε. Η Αίγινα και η Ελλάδα απόκτησε έναν όσιο, ένα σημερινό ικέτη εμπρός εις τον Εσταυρωμένο".
    Τα λόγια της σκέπαζαν τους κρυφούς λυγμούς της από μια θεϊκή δύναμη και χάρη. Τα λόγια της έπεσαν στο πλήθος με τέτοια αρμονία που γλύκαναν ευθύς όλες τις καρδιές και για κάμποσο χρονικό διάστημα της νύχτας απόδιωξαν τις μελαγχολικές σκέψεις του θανάτου.
    Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε το λαϊκό τούτο προσκύνημα. Και το λείψανο αδιάκοπα έσταζε ιδρώτα μύρο και σκορπούσε ολοτρόγυρα ευωδία!
    Mια από τις τρόφιμες της αδελφότητας ανησύχησε.
   "Θα πρέπει να επισπεύσουμε τον ενταφιασμό, πέταξε με σπουδή στην οσία Ξένη. Δεν μπορεί, γερόντισσά μου, σώμα είναι, θα βρωμίσει".
     Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε ολοζώντανο σιμά της τον γέροντα ντυμένο στα αρχιερατικά του άμφια.
    "Σεβασμιώτατε", ανάκραξε. Kαι γονάτισε να του ασπασθεί το χέρι.
    "Βρωμά παιδί μου, το χέρι μου;" τη ρώτησε επιτιμητικά.
    "Μοσκομυρίζει σεβασμιώτατε", ψιθύρισε.
    "Τι μυρίζει;"
    "Λιβάνι και αλόη."
    "Τότε μη φοβείσαι και δια το λείψανον."
    Ξύπνησε καταφοβισμένη. Έτρεξε στο φέρετρο, ασπάσθηκε τρεις φορές τα κρινοδάχτυλα των χεριών. Kαι ξαναπρόσεξε που έτρεχε συνέχεια στη μορφή ιδρώτας - μύρο.
    Φυσικά φρόντισαν και για τον ενταφιασμό. Θα τον τοποθετούσαν εκεί πλάγια στο ναό, χαμηλά στο πεύκο. Στο καταπράσινο και φουντωτό βελονόφυλλο δεντρί που τόσο αυτός καμάρωνε κι αγαπούσε. Εκεί, που κάποτε η πρώτη εκείνη γερόντισσα κάτοικος, σαν έσκαβε για να το φυτέψει, τοσοδούλι και μικράκι,άκουσε την παράδοξη φωνή : "άφισε τόπο για ένα τάφο". Ναι, τώρα όλα ξεκαθάριζαν. Ο καλός Θεός είχε προδιαλέξει τόπο για το σκήνωμα του διαλεκτού παιδιού του.
    Προτού σκεπάσουν το φέρετρο για τον ενταφιασμό, όλες σχεδόν oι μαθήτριες και υποτακτικές έφεραν κι έρριξαν λεμονανθούς από τις λεμονίτσες που είχε φυτέψει ο ίδιος ο γέροντας με το χέρι του, σε διάφορες πρασιές ολόγυρα από το ναό και παράπλευρα έξω.