Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Η ψαλτική παράδοση της Κέρκυρας

του Αρχιμανδρίτη π. Σπυρίδωνος Σκορδίλη, Χοράρχη της Βυζαντινής Χορωδίας Κερκύρας.
Δημοσίευμα στο διαδικτυακό site "ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ" στις 28 Απριλίου 2014.

Ειδικότερα για την Εκκλησιαστική µουσική, όπως αυτή διαχρονικά παρουσιάζεται στον τόπο µας, θα µπορούσαµε να παρατηρήσουµε τα εξής. Στην Κέρκυρα παρουσιάζεται µια θαυµαστή ποικιλία στην εκκλησιαστική µουσική παράδοση που µε µία λέξη ονοµάζεται και ψαλτική. Γιατί η Εκκλησιαστική µουσική, η ψαλτική, είναι καθαρά λειτουργική µουσική και ξεχωρίζει από το κοσµικό τραγούδι αλλά ακόµη και από τα διάφορα θρησκευτικά άσµατα και τραγούδια που υπάρχουν και ακούγονται, όµορφα και έντεχνα, χωρίς όµως να έχουν λειτουργική αξία και χρήση.
Στο πλαίσιο της εκκλησιαστικής µουσικής, παρατηρούµε ιστορικά την ανάπτυξη και εξέλιξη τριών κυρίως κλάδων της Εκκλησιαστικής Μουσικής στο Νησί µας. Αρχικά η Ελληνική η γνωστή ως Βυζαντινή µουσική παράδοση και Ψαλτική. Αµέσως µετά το Εντόπιο Ψαλτικό ιδίωµα και τέλος η Ευρωπαϊκή πολυφωνία.
Η Ελληνική Βυζαντινή Μουσική Παράδοση η οποία µαρτυρείται µέσα από την ιστορική πραγµατικότητα και την σχέση της Κέρκυρας µε το κέντρο της Ορθοδοξίας, το Οικουµενικό Πατριαρχείο, αλλά και µέσα από την µαρτυρία παλαιών κωδίκων και χειρογράφων που σώζονται σε Ι. Μονές του Νησιού µας, αλλά και διασώζονται µέσα από την προφορική παράδοση και την ζώσα πραγµατικότητα όπως διαµορφώθηκε µέσα στους αιώνες.
Η βυζαντινή µουσική παράδοση µαρτυρείται ακόµη στα παραδοσιακά µας τραγούδια η µελισµατική εξέλιξη των οποίων φανερώνουν την σχέση των τρόπων και των ήχων της Ελληνικής λεγοµένης βυζαντινής µουσικής µας παράδοσης, που αποτελούν εξέλιξη των αρχαίων τρόπων της Αρχαίας Ελληνικής µουσικής. Με την πάροδο των αιώνων η αποκλειστική χρήση της Ελληνικής Βυζαντινής µουσικής, συµπληρώνεται, µετά την κατάληψη του Χάνδακα (Ηρακλείου Κρήτης) το 1669, µε την εµφάνιση της κρητικής µουσικής παράδοσης στα Επτάνησα µε τη έλευση των κρητών καλλιτεχνών, λογοτεχνών µουσικών και Αγιογράφων και την γέννηση του εντόπιου Ψαλτικού ιδιώµατος, καθώς βεβαίως και της επτανησιακής σχολής στον τοµέα της Αγιογραφίας. Ακόµη η εντόπια ψαλτική φανερώνει την συγγένειά της µε την µητέρα της Ελληνική Βυζαντινή µουσική από την εξέλιξη των µουσικών φράσεων της οκτωηχίας της, η οποία παρουσιάζει εγγενείς οµοιότητες αλλά και αξιοσηµείωτες διαφορές.
Είναι όµως πολύ χαρακτηριστική η παρατήρηση ότι ακόµη και στις διαφορές που παρουσιάζουν οι δύο αυτές παραδόσεις στην Κερκυραϊκή ψαλτική παράδοση διασώζονται αρχαϊκά στοιχεία της βυζαντινής ψαλτικής παραδόσεως τα οποία στην πορεία του χρόνου διαφοροποιήθηκαν. Πρόκειται δηλαδή για δύο βυζαντινές παραδόσεις που εξελίχθησαν διαφορετικά. Και γι αυτό είναι λάθος να θεωρούµε την Κερκυραίκή Ψαλτική ως ∆υτική ή Ευρωπαϊκή επίδραση, µε ότι βεβαίως αυτό συνεπάγεται.
Επιτρέψτε µου να σηµειώσω, ότι στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Βυζαντινής Χορωδίας Κερκύρας, έχουµε εγκαινιάσει µια προσπάθεια παρουσίασης και καλλιέργειας της εντόπιας ψαλτικής κερκυραϊκής παραδόσεως. Καρποί αυτής της προσπάθειας ήταν το 1ο και το 2ο Συµπόσιο Ψαλτικής Τέχνης που πραγµατοποιήθηκαν στον Ιστορικό Ιερό Ναό Αγίου Αντωνίου. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι αναρτηµένες στο προσωπικό µας κανάλι στο YouTube, αλλά και στην Ιστοσελίδα της Βυζαντινής Χορωδίας Κερκύρας.
Η εξέλιξη του Ψαλτικού ιδιώµατος αυτού, παραδιδόµενο από στόµα σε στόµα, µια ζωντανή παράδοση, και µε αυτοσχέδιο τρόπο εναρµονισµένο, φτάνεις στις ηµέρες µας σε τρίφωνη µορφή, αλλά µε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που υπογραµίζουν τον Ψαλτικό και συνάµα Λειτουργικό χαρακτήρα της εν λόγω παραδόσεως. Η Ευρωπαϊκή πολυφωνία θα λέγαµε ότι αποτελούσε την φυσική εξέλιξη των Ψαλτικών πραγµάτων µετά την πολύφωνη απόδοση των ύµνων της Εντόπιας Ψαλτικής.
Εδώ θα ήθελα να κάνω µια σηµαντική, κατά την γνώµη µου, παρατήρηση. Στην Κέρκυρα και στα Επτάνησα γενικότερα, η µεταφορά του Κρητικού Ψαλτικού ιδιώµατος δηµιούργησε µια µουσική επανάσταση. Λόγω τις στενής  σχέσεως του λαού µε την Εκκλησία και τις Ιερές Ακολουθίες, και µάλιστα µε την τέλεση πολλών και ιδιατέρων Ιερών Ακολουθιών ιδιαίτερα στις Πανηγύρεις όπως τουλάχιστον µαρτυρείται από την παράδοση αλλά και από έγγραφες σηµειώσεις στα παλαιά Λειτουργικά βιβλία των Ενοριών, η ψαλτική Τέχνη µύησε µουσικά τους ανθρώπους, µε αποτέλεσµα την µετεξέλιξη της κρητικής ψαλτικής παραδόσεως σε µια άλλη παράδοση, την Κερκυραϊκή (ή την Ζακυνθινή ή Κεφαλλονίτικη αντίστοιχα).
Αυτή η Ψαλτική παράδοση, διαµορφώθηκε και καλλιεργήθηκε εξ ολοκλήρου από τον λαό του Θεού µέσα στις Ιερές ακολουθίες και παραδόθηκε ως ζώσα λειτουργική πραγµατικότητα στις επερχόµενες γενιές. Ένα από τα στοιχεία αυτής της παραδόσεως ήταν η τριφωνία. Το γεγονός δηλαδή ότι ορισµένα µέλη αποδίδοταν σε τριφωνία. Ακόµη και σήµερα όπου διασώζεται αυτή η παράδοση, αναλόγως της συµµετοχής η ψαλτική αυτή Τέχνη, το εντόπιο ψαλτικό ιδίωµα εµφανίζεται µε δύο µορφές, µονόφωνη και τρίφωνη. Λόγω της µεγάλης λαϊκής συµµετοχής, παλαιότερα, στις Ακολουθίες της Εκκλησίας, η συµµετοχή των πιστών στο µέλος ήταν αθρόα. Αυτό είχε σαν συνέπεια να καλλιεργηθεί η πολυφωνία και να αναπτυχθεί καλιτεχνικά αυτή η ψαλτική παράδοση ιδιαίτερα στα µέλη των Μεγάλων και εορτασήµων ηµερών. Αυτή όµως η διαπίστωση µας επιτρέπει να συµπεράνουµε µια βασική αλήθεια. Ότι στην Κέρκυρα (και στα Επτάνησα γενικότερα), η πολυφωνία δεν µεταφέρθηκε από την δύση όπως εσφαλµένα νοµίζεται. Αλλά είναι γέννηµα και εξέλιξη της αρχικής τάσης της κρητικής ψαλτικής παραδόσεως και εξελιχθηκε εδώ, τοπικά, δηµιουργώντας µια ιδιάιτερη τοπική παράδοση.
Ασφαλώς στο διάβα των καιρών θα υπήρξαν επιδράσεις, πράγµα που διαπιστώνεται εύκολα ιδιαίτερα στα µεταγενέστερα χρόνια. Όµως είναι σηµαντικό να γνωρίζουµε ότι η παράδοσή µας είναι ιδιαίτερη και µοναδική και δεν αποτελεί µίµιση της δύσης, όπως πολλές φορές νοµίζουµε. Αντίθετα στην Αθήνα η πολυφωνία ήλθε ως µεταφύτευση της προοδευτικής Ευρώπης, κατά παραγγελία των Ανακτόρων και της τότε βασιλικής Οικογενείας η οποία δηµιούργησε Χορό πολυφωνικής Εκκλησιαστικής Μουσικής για το παρεκλήσιο των Ανακτόρων. Τα ονόµατα των Αλεξάνδρου Κατακουζινού και Θεµιστοκλή Πολυκράτη συνδέονται άρηκτα µε την κινηση αυτή. Η αλληλεπίδραση και η µουσική επικοινωνία µετέφερε σύντοµα και την ευρωπαϊκή Χορωδιακή Εκκλησιαστική Μουσική στην Κέρκυρα. Τρίφωνη αρχικά, τετράφωνη αργότερα µαρτυρεί µια πληθώρα συνθετών µε ποικιλία έντεχνων συνθέσεων και έγινε αµέσως αγαπητή στους φιλόµουσους Κερκυραίους.
Μιλώντας όµως για τους κλάδους της εκκλησιαστικής μουσικής και ψαλτικής στο νησί µας, δε θα πρέπει να αντιληφθούµε τους κλάδους αυτούς ως στεγανά, αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία και ως µέρη µιάς και µοναδικής ψαλτικής παράδοσης. Θα µπορούσαµε να πούµε ότι η βυζαντινή ψαλτική χαρακτήριζε πάντοτε, την παράδοση των µοναστηριών µας αλλά και πολλών Ιερών ναών της πόλεως και της υπαίθρου. Το εντόπιο ψαλτικό ιδίωµα την παράδοση των Ενοριών πλην κάποιων εξαιρέσεων και η Ευρωπαϊκή πολυφωνία την παράδοση των µεγάλων πληθυσµιακά Ενοριών. Όλα λειτουργούσαν, καλλιεργούνταν και εξελισσόταν στον ίδιο χώρο µε κέντρο την Λατρεία της Εκκλησίας µας.
Όλα αυτά, επίσης, είναι αλληλοσυµπληρούµενα και συνεχόµενα και συνυπάρχουν στην ζωή της Εκκλησίας µας και κατά συνέπεια αποτελούν την ζώσα Κερκυραϊκή Εκκλησιαστική και ψαλτική µας παράδοση. Γιατί πολλές φορές, στον ίδιο Ναό ακούγονταν και συνυπήρχαν δύο ή και οι τρείς κλάδοι της ψαλτικής µας. Ιδιαίτερα ο περιορισµός της έκτασης της ευρωπαϊκής πολυφωνίας µόνο στους ύµνους της Θείας Λειτουργίας µε ελάχιστες εξαιρέσεις την Ακολουθία του Ακαθίστου και µεµονωµένα τροπάρια, κατέστησε αναγκαία την συµπλήρωση των κενών στην ακολουθία του εσπερινού και του όρθρου, αλλά και των άλλων ακολουθιών από την ντόπια ψαλτική παράδοση, ή την Βυζαντινή.
Η συνέχεια και η ενότητα εποµένως της ψαλτικής παραδόσεως είναι γεγονός διαπιστωµένο εν τοις πράγµασι και σήµερα έχουµε την ευκαιρία να απολαύσουµε όµορφες ερµηνείες των υπέροχων Εκκλησιαστικών ύµνων από εξαιρετικούς συνθέτες και µε την συµβολή και εργασία πολλών Χορωδιών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου